διαμέτρω

διάμετρον
measured allowance
neut nom/voc/acc dual
διάμετρον
measured allowance
neut gen sg (doric aeolic)
διάμετρος
diametrical
masc nom/voc/acc dual
διάμετρος
diametrical
masc gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμετρώ — και διαμετράω (Α διαμετρῶ, έω) [μετρώ] 1. μετρώ κάτι από το ένα μέχρι το άλλο άκρο του 2. βρίσκω την τιμή τής διαμέτρου 3. υπολογίζω, κρίνω 4. ελέγχω με διαμετρητήρα αρχ. 1. διαμοιράζω 2. χορηγώ σιτηρέσιο 3. αστρον. βρίσκομαι στο αντίθετο σημείο… …   Dictionary of Greek

  • διαμετρῶ — διαμετρέω measure through pres subj act 1st sg (attic epic doric) διαμετρέω measure through pres ind act 1st sg (attic epic doric) διαμετρέω measure through pres subj act 1st sg (attic epic doric) διαμετρέω measure through pres ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρῳ — διάμετρον measured allowance neut dat sg διάμετρος diametrical masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέτρωι — διαμέτρῳ , διάμετρον measured allowance neut dat sg διαμέτρῳ , διάμετρος diametrical masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Piphilology — Part of a series of articles on the mathematical constant π …   Wikipedia

  • Autos epha — Alpha Inhaltsverzeichnis 1 Ἀγεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω 2 Άγιον Όρος …   Deutsch Wikipedia

  • αδιαμέτρητος — η, ο [διαμετρώ] αυτός που δεν καταμετρήθηκε ή που, εξαιτίας τού μεγέθους του, δεν μπορεί να καταμετρηθεί, ανυπολόγιστος, άπειρος, αχανής …   Dictionary of Greek

  • διαμέτρηση — η (Α διαμέτρησις, εως) [διαμετρώ] 1. ο προσδιορισμός τού διαμετρήματος 2. καταμέτρηση …   Dictionary of Greek

  • διαμετρημός — ο [διαμετρώ] τέλεια απαρίθμηση …   Dictionary of Greek

  • διελαύνω — (AM διελαύνω) [ελαύνω] 1. οδηγώ, σέρνω κάποιον μέσα από κάτι ή κάπου, περνώ απέναντι 2. διαπερνώ, διατρυπώ πέρα ώς πέρα 3. (αμτβ.) διέρχομαι έφιππος αρχ. 1. διατρυπώ με λόγχη 2. (για ιππικό) α) διέρχομαι σε παράταξη, παρελαύνω β) εφορμώ, κάνω… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.